επιπέτομαι

ἐπιπέτομαι (AM) (Μ και ἐπιπετάομαι) [πέτομαι]
πετώ (α. «ἀετὸς ἐπιπτόμενος αἴσιος», Ξεν.
β. «βέλος ἐπιπετασθέν», Ευστ.)
αρχ.
1. πετώ από πάνω («ὃς ἄβραχα πεδία καρποφόρα τε γᾱς ἐπιπετόμενος ἰαχεῑ», Ευρ.)
2. πετώ, τρέχω με βιασύνη κάπου («καινὰ καὶ θαυμαστά ἐπιπτόμεσθα», Αριστοφ.)
3. (για αρσενικό πουλί) πετώ εναντίον κάποιου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εφίπταμαι — ἐφίπταμαι (Α) μτγν. τ. ενεστ. τού ἐπιπέτομαι*, πετώ πάνω από κάποιον ή από κάτι, πετώ ψηλά. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἵπταμαι] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.